Λατινική Καθολική Εκκλησία της Κύπρου

Οι Λατίνοι της Κύπρου σήμερα αποτελούν μία σεβαστή κοινότητα, αναγνωρισμένη από το κράτος. Η συμμετοχή της στην εθνική κοινότητα και σε μία κατεξοχήν ελληνική κοινωνία, απεικονίζεται μεταξύ άλλων, από την έκταση της κληρονομίας, υλικής και άυλής, την οποία κληροδότησε στον κυπριακό λαό.

Αν και οι πρώτες επαφές των Λατίνων με την Κύπρο χρονολογούνται από το 1126 μέσω εμπόρων από τη Βενετία και τη Γένοβα, η Ιστορία της Λατινικής κοινότητας της Κύπρου ξεκινά το 1192, με την άφιξη στο νησί ενός κύματος Καθολικών Ρωμαίων μεταναστών από την Ευρώπη, την Κιλικία και το Λεβάντε και ο Φράγκος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ κατέστη κυρίαρχος.

Το 1196, ένας Λατίνος Αρχιεπίσκοπος ανέλαβε καθήκοντα στη Λευκωσία, τη σημερινή κυπριακή πρωτεύουσα, συνοδευόμενος από τρεις επισκόπους που εγκαταστάθηκαν στις πόλεις της Αμμοχώστου, της Λεμεσού και της Πάφου. Αυτό οδήγησε στην άφιξη πολλών Ρωμαιοκαθολικών ταγμάτων που εγκαταστάθηκαν στο νησί, κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας (1192-1489 και 1489-1570). Σε αυτή την περίοδο, οι Λατίνοι της Κύπρου αντιπροσωπεύαν το 15 έως 20% του πληθυσμού και άσκησαν σημαντική επιρροή ως κυρίαρχοι ευγενείς.

Η κατάκτηση του νησιού από τον Οθωμανικό στρατό (1570–1571) έφερε τέλος  σε αυτή τη χρυσή εποχή και είχε ως αποτέλεσμα την επίσημη διάλυση της Λατινικής Εκκλησίας στο νησί. Ο κλήρος κατάφερε με κάποιο τρόπο να διατηρήσει την παρουσία του στο νησί, μεταξύ άλλων, από τα Φραγκισκανικά μοναστήρια. Ο ρόλος των προξενείων στη Λάρνακα, τα οποία, από τον 17ο αιώνα και μετά, παρείχαν υποστήριξη σε πολλούς Ευρωπαίους μετανάστες, τραπεζίτες, γιατρούς, εμπόρους αγαθών και εμπόρων, συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας μικρής λατινικής κοινότητας στην πόλη αυτή. Σχολεία ιδρύθηκαν από θρησκευτικές κοινότητες, όπως το σχολείο Terra Santa που ιδρύθηκε το 1646 από τους Φραγκισκανούς και το σχολείο Saint Joseph που ιδρύθηκε από τις ομώνυμες αδελφές το 1844.

Η πολιτική της θρησκευτικής ανεκτικότητας, που χαρακτήριζε τη βρετανική περίοδο από το 1878, ενίσχυσε τη λατινική κοινότητα, της οποίας τα σχολεία πολλαπλασιάζονταν στις διάφορες πόλεις της Κύπρου, επιτρέποντας την ένταξη των Λατίνων στην κυπριακή κοινωνία στο σύνολό της.

Η ανεξαρτησία του νησιού το 1960 σηματοδοτεί ένα επιπλέον στάδιο στη χειραφέτηση της Ρωμαιοκαθολικής κοινότητας με, την αναγνώρισή της σε πολιτικό επίπεδο από το κράτος ως θρησκευτική ομάδα και την απόκτηση εκλεγμένου Αντιπροσώπου στην Κυπριακή Βουλή.

Παρά την τουρκική εισβολή του 1974, που έκανε πολλές καθολικές οικογένειες πρόσφυγες, η Λατινοκαθολική κοινότητα στην Κύπρο συνέχισε να αναπτύσσεται, να ευημερεί και να ενισχύει τη συμβολή της στην ανάπτυξη του νησιού σε όλες τις πτυχές του, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση.

Τα λατινικά σχολεία έχουν εκπαιδεύσει δεκάδες χιλιάδες παιδιά, είναι γνωστά για το κύρος τους, καθώς και για την υποδοχή των μαθητών ανεξάρτητα από τη θρησκεία ή την εθνικότητα. Μόνο δύο λατινικά ιδρύματα λειτουργούν σήμερα στην Κύπρο: το Terra Santa College στη Λευκωσία και το Sainte-Marie School στη Λεμεσό.

Από την άλλη πλευρά, οι Λατίνοι της Κύπρου μπορούν να υπερηφανεύονται που άφησαν σημαντική αρχιτεκτονική και γλωσσική κληρονομιά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας, κατά την οποία κατασκευάστηκαν πολυάριθμα μνημεία (οχυρά, κάστρα, αβαεία καθεδρικών ναών, παρεκκλήσια) και επίσης δεκάδες λέξεις –που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα–  και που έχουν εισέλθει στην κυπριακή διάλεκτο.

Από το 1847, ένας Λατίνος Πατριαρχικός Βικάριος είναι παρών στην Κύπρο, υπό την εξουσία του Λατινικού Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, το οποίο έχει τέσσερις ενορίες στο νησί. Το Πατριαρχείο διαχειρίζεται την ενορία του Αγίου Παύλου  της Πάφου, ενώ οι άλλες τρεις διοικούνται από τους Φραγκισκανούς. Με έδρα τη Λευκωσία, ο Βικάριος υποστηρίζεται από έντεκα ιερείς που λειτουργούν στην πρωτεύουσα, στη Λεμεσό, στη Λάρνακα και στην Πάφο, πόλεις που στεγάζουν δώδεκα εκκλησίες και λατινικά παρεκκλήσια κατανεμημένα με δίκαιο τρόπο μεταξύ των τεσσάρων τοποθεσιών.

Η λατινική κοινότητα είναι επίσης πολύ ενεργή σε συνειρμικό επίπεδο. Πλήθος κοινωνικών, ανθρωπιστικών και φιλανθρωπικών οργανώσεων (καταφύγιο αλλοδαπών εργαζομένων, οίκοι ευγηρίας) υπάρχουν σήμερα στο νησί και εκδίδονται μηνιαία και διμηνιαία δελτία από τις ενορίες και τον εκπρόσωπό τους στο κοινοβούλιο.